Γ. Βοσκόπουλος, αναπλ. καθηγητής Ευρωπαϊκών Σπουδών, π. πρόεδρος τμ. ΔΕΣ, ΠΑΜΑΚ, Jean Monnet Centre of Excellence Research Coordinator

Αποτέλεσμα εικόνας για τουρκική ναφτεξ

(εικόνα, THE TOC)

*Το άρθρο δημοσιεύεται στις προσωπικές μου ιστοσελίδες academiclounge.org και  gvoskop.wordpress.com μετά την απόφαση μου να μην υποβάλλω προς δημοσίευση άρθρα σε εφημερίδες και ιστοσελίδες που δεν δημοσιοποίησαν καταγγελίες και αιτήματα μου για διαφάνεια, δημοκρατία και αξιοκρατία στον πανεπιστημιακό χώρο.

Η κλιμάκωση της τουρκικής επιθετικότητας και παραβατικότητας στην Κυπριακή ΑΟΖ δεν θα έπρεπε να μας εκπλήσσει. Ουσιαστικά αποτελεί μία στρατηγική «άρνησης» (denial). Μία στρατηγική de facto καταπάτησης κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας με στόχο τη de jure «ρευστοποίηση» τους αλλά και τη de jure εμπλοκή της Τουρκίας στις ενεργειακές διεργασίες που καθιστούν την Κύπρο επίκεντρο γεωπολιτικών και γεωοικονομικών εξελίξεων στη ΝΑ Μεσόγειο.

Η τουρκική στρατηγική δεν εμφορείται από κανονιστικής υφής κίνητρα. Ουδέποτε εξάλλου η Άγκυρα έλαβε υπόψη το διεθνές δίκαιο. Αυτό συνιστά και τη σημαντικότερη ίσως διαφορά ανάμεσα σε Τουρκία, Κύπρο και Ελλάδα. Η συμπεριφορά της Τουρκίας συνιστά μία αυτοεκπληρούμενη προφητεία, αφού είναι μία αναθεωρητική χώρα.

Στην περίπτωση των NAVTEX απαιτείται μια αιτιατή προσέγγιση της συμπεριφοράς της Άγκυρας. Αυτή συνδέεται με τη διαχρονική προσπάθεια της να υποβαθμίσει την Κυπριακή Δημοκρατία, όχι μόνο σε επίπεδο οργανωτικής δράσης αλλά και σε επίπεδο διεθνούς αναγνωρισιμότητας και εκπροσώπησης. Αυτό εξηγεί και τη χρήση του όρου «Ελληνοκυπριακή διοίκηση» από το σύνολο παραγόντων στην Τουρκία. Αμφισβητείται η νομιμότητα της ΚΔ αλλά και το αποκλειστικό-νόμιμο δικαίωμα της να εκπροσωπεί το σύνολο των Κυπρίων (Ε/Κ και Τ/Κ).  

Ο πρόσφατος αποκλεισμός μέρους της Κυπριακής ΑΟΖ με την ανανέωση τη τουρκικής NAVTEX αποτελεί ένα σαφές μήνυμα προς την Κύπρο αλλά και αυτό προσδιορίζεται ως διεθνής παράγοντας. Η τουρκική στρατηγική δημοσιοποιήθηκε παραμονές της ανανέωσης της NAVTEX από τον ΥΠΕΞ των κατεχόμενων, Özersay. Όπως δήλωσε εμφατικά, "δεν θα επιτρέψουμε στην Ε/Κ διοίκηση τη μονομερή διερεύνηση για εύρεση φυσικού αερίου χωρίς τη συγκατάθεση των Τ/Κ. Δεν μπορούν να συνεχίσουν πριν λυθεί το Κυπριακό, ή, αν αυτό δεν είναι εφικτό, με τη σύμφωνη γνώμη των Τ/Κ".

Είναι σαφές ότι σε πρακτικό επίπεδο η Τουρκία υιοθετεί μία πολιτική η οποία παραπέμπει στο παρελθόν, στην περίπτωση των S-300 και τη μη εγκατάσταση τους στην Κύπρο. Υπό αυτό το πρίσμα η νόμιμη δράση της Κυπριακής Δημοκρατίας χαρακτηρίζεται ως «μονομερής» (unilateral offshore Greek Cypriot hydrocarbon explorations). Γίνεται μία σαφής προσπάθεια αποδόμησης του δικαιικού πλαισίου δράσης της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η εκμετάλλευση των κοιτασμάτων της Κυπριακής ΑΟΖ αφορά ένα διαχρονικό ιστορικό ζήτημα, αυτό του «ελέγχου των κοινών» (control of the commons). Στην περίπτωση της Κύπρου ο Özersay δήλωσε εμφατικά ότι «αν αυτές οι μονομερείς δραστηριότητες δεν οδηγήσουν σε σύγκρουση θα οφείλεται αποκλειστικά στην ψύχραιμη αντιμετώπιση της Τουρκίας και των Τ/Κ» (μάλιστα χρησιμοποιεί τον όρο «Τουρκική Κύπρος»-Turkish Cyprus).

Δύο σημαντικά ζητήματα προκύπτουν από τις δηλώσεις του, τα οποία μάλιστα μπορεί να θεωρηθούν ενδεικτικά των μελλοντικών προθέσεων της Άγκυρας. Το πρώτο αφορά τα πλεονεκτήματα που προσφέρει στην ελληνική πλευρά το γεγονός ότι εκπροσωπεί ολόκληρο το νησί. Σύμφωνα με τον ίδιο αυτό το «άδικο και μη αποδεκτό» πλεονέκτημα προκύπτει από την απροθυμία της Ε/Κ πλευράς να αποδεχθεί ένα πλαίσιο λύσης. Το δεύτερο ζήτημα αφορά το «ατυχές» (για τους Τούρκους) γεγονός της ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ. «Δεν σκοπεύουμε να κάνουμε το ίδιο λάθος και να επιτρέψουμε μία παρόμοια εξέλιξη στην περίπτωση του φυσικού αερίου…Οι Τ/Κ έχουν ίσα δικαιώματα με τους Ε/Κ όσον αφορά την εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας» υπογράμμισε ο Özersay.

Τα παραπάνω θέτουν με ενάργεια το πλαίσιο της τουρκικής στρατηγικής. Πρώτον, την απόφαση να μην επιτρέψουν στην Κυπριακή Δημοκρατία να ασκήσει τα κυριαρχικά δικαιώματα της. Το ερώτημα που προκύπτει εδώ είναι αν η Τουρκία θα ριψοκινδυνεύσει ένα θερμό επεισόδιο με αφορμή την Κυπριακή ΑΟΖ ή/και το Αιγαίο. Η δημιουργία ενός ακόμα μετώπου δεν φαίνεται να είναι ο στόχος της Άγκυρας. Ωστόσο θα μπορούσε να προκύψει από αστάθμητους παράγοντες. Η ανάλυση προηγούμενων κρίσεων (πχ. S-300) αποτελεί μπούσουλα συμπεριφορικής ανάλυσης του διπόλου Κύπρος-Ελλάδα. Η συμπεριφορά που έχει δείξει μία χώρα σε μία κρίση δεν αποτελεί απόδειξη, αλλά τουλάχιστον σοβαρή ένδειξη για τον τρόπο με τον οποίο θα αντιδράσει στην επόμενη. [1]

O Özersay θεωρεί ότι η «μονομερής» δράση της Κυπριακής Δημοκρατίας παραβιάζει το διεθνές δίκαιο και κάθε αίσθημα δικαιοσύνης («this is neither in line with international law nor the notion of justice»). Αυτό θεμελιώνεται στην άρνηση της Τουρκίας να αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία [2], αφού έμμεσα θα σήμαινε παραδοχή της ανομίας της Τουρκίας με την εισβολή και κατοχή μέρους της Κύπρου.

Συνεχίζοντας υπογραμμίζει ότι «αυτές οι πλουτοπαραγωγικές πηγές ανήκουν και σε εμάς. Συνεπώς πριν προχωρήσετε σε οποιαδήποτε ενέργεια για την εκμετάλλευση τους θα πρέπει να έχετε τη συγκατάθεση της τουρκικής κοινότητας». Είναι απόλυτα δίκαιο να διεκδικεί για τους Τ/Κ μερίδιο του πλούτου της Κυπριακής ΑΟΖ. Εξάλλου η Κυπριακή Δημοκρατία εκπροσωπεί νόμιμα και τις δύο κοινότητες της νήσου και ουδέποτε αρνήθηκε στους Τ/Κ την όποια ευμάρεια προκύψει από την πιθανή εκμετάλλευση των κοιτασμάτων φυσικού αερίου. Ωστόσο η Τ/Κ, επί της ουσίας τουρκική στρατηγική, στοχεύει πρακτικά να θέσει τα κυριαρχικά δικαιώματα  της Κυπριακής Δημοκρατίας “on hold”,  σε αδράνεια. Κάτι σαν ένα pause που αδρανοποιεί τις διεθνείς οικονομικές σχέσεις της χώρας μέχρι την οριστική επίλυση του Κυπριακού ζητήματος.

Οι δηλώσεις Τούρκων πολιτικών αλλά και η αρθρογραφία αναλυτών στη γείτονα δεν αφήνουν περιθώρια παρανόησης. Είναι σαφές και δηλώνεται ρητά ότι «το 2004 η ΕΕ προχώρησε σε μονομερή ενέργεια αποδεχόμενη στους κόλπους της την Κύπρο» («The European Union membership unilaterally granted to Cyprus in 2004», Χουριέτ). Η προσπάθεια απονομιμοποίησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στοχεύει να εξουδετερώσει την ανεξαρτησία δράσης της, να την καθηλώσει σε μία περίοδο παρατεταμένης αδράνειας. Για την τουρκική πλευρά υπαίτια είναι η Κυπριακή Δημοκρατία. Αυτή η αξιολόγηση μάλιστα, και αυτό είναι εντυπωσιακό, αιτιολογείται με βάση το στόχο της Λευκωσίας να συνεχίσει να κρατάει την Τουρκία όμηρο («insisting on holding Turkey hostage»).

Μια από τις προκλητικές Navtex της Τουρκίας

(εικόνα, mignatiou.com)

Μία πρόταση για «διέξοδο» από την κρίση, πρόταση που αναπαράγεται από τα τουρκικά ΜΜΕ είναι η αποδοχή των προτάσεων των Τ/Κ το 2012 όπως κατατέθηκαν από τον κ. Ερογλου. Κορωνίδα αυτών των προτάσεων ήταν η αναστολή οποιασδήποτε δραστηριότητας-διερεύνηση για εύρεση κοιτασμάτων φυσικού αερίου-μέχρι την οριστική επίλυση του Κυπριακού. Ιδού η ταμπακιέρα κατά το κοινώς λεγόμενον.

Οι προτάσεις είχαν κατατεθεί επί εποχής Μπαν Κι Μουν (2012-ΟΗΕ) και περιλάμβαναν τη δημιουργία μίας an ad-hoc επιτροπής, αποτελούμενη από ίσο αριθμό μελών-εκρποσώπων(::) για κάθε μία συνιστώσα (E/K και T/K) και έναν ενδιάμεσο παράγοντα. Η επιτροπή θα συνδεόταν με ένα γραφείο σύνδεσης του ΟΗΕ («U.N. liaison») μέσω του οποίου θα δίνονταν εγκρίσεις και άδειες για διερεύνηση εύρεσης/εξόρυξης κοιτασμάτων.

Θα ήταν το τέλος της Κυπριακής Δημοκρατίας ως μίας ανεξάρτητης χώρας και η δημιουργία μίας «χώρας»-δωρητή οργάνων εν ζωή (φυσικός πλούτος και κυριαρχικά δικαιώματα της νήσου εν προκειμένω). Απώτερος και μάλιστα δημόσια διατυπωμένος στόχος ήταν η πολυεπίπεδη εμπλοκή της Τουρκίας στη διάθεση του φυσικού αερίου. Δηλαδή η εσαεί ομηρία της Λευκωσίας στις διαθέσεις μία χώρας που δεν την αναγνωρίζει καν.

Άλλο σημαντικό στοιχείο των προτάσεων Ερογλου ήταν η δημιουργία από την πώληση φυσικού αερίου ενός Ταμείου που θα χρηματοδοτούσε το κόστος πολιτικής διευθέτησης του Κυπριακού. Η πρόταση αυτή θύμιζε αντίστοιχες προβλέψεις του Σχεδίου Ανάν που προέβλεπε την παροχή αποζημιώσεων ΟΧΙ από την Τουρκία (εισβολέας) αλλά από την Κυπριακή Δημοκρατία!

Η εμμονή της Άγκυρας στις προτάσεις Ερογλου είναι απόλυτα λογική, αφού μεγιστοποιούσε τα οφέλη για την Τ/Κ πλευρά (πολιτικά δέσμια της Τουρκίας) αλλά και το προαπαιτούμενο της «αμοιβαίας συγκατάθεσης («mutual consent») με βάση το Σύνταγμα του ’60. Σε αυτά θα πρέπει να συνυπολογιστεί και η εμμονή της Άγκυρας για διατήρηση της Συνθήκης Εγγυήσεως.[3]

Εκτίμηση μου είναι ότι δεν έχει υπάρξει πιο συγκροτημένο σχέδιο ομηρίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η τουρκική NAVTEX σήμερα στοχεύει στη δημιουργία τετελεσμένων ώστε να υποχρεωθεί η Κύπρος να ενδώσει σε μία σειρά ρυθμίσεων, υποχωρήσεων, διευθετήσεων που θα την καταστήσουν νομικά και λειτουργικά μία χώρα-φάντασμα.   

[1] Γιώργος Βοσκόπουλος, Παράμετροι Αμυντικού και Στρατηγικού Σχεδιασμού, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη

[2] Γ. Βοσκόπουλος, Δεν υπάρχει χώρα που ονομάζεται Κύπρος, https://uom-gr.academia.edu/GeorgeVoskopoulos/International-Greek-Press  . Ακόμα, Γ. Βοσκόπουλος,  Κυπριακό: 50 αποχρώσεις του γκρι, ΛΟΓΙΑ ΣΤΑΡΑΤΑ, 2014, https://www.academia.edu/35994578/%CE%9A%CF%85%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C_50_%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%87%CF%81%CF%8E%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%B9_%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%99%CE%91_%CE%A3%CE%A4%CE%91%CE%A1%CE%91%CE%A4%CE%91_2014

[3]ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΥΡΙΓΟΣ, «Επτά ερωτήσεις για τις συνθήκες εγγυήσεως και την Κύπρο», ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 2016